Νόστιμον Ήμαρ

Για μια Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας τομών και μετατοπίσεων

prolipsi7

Ο ρόλος των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων

Λάιος Ν., Παπακώστα-Γάκη Ε., Χατζηνταή Α., Παπανώτα Μ., Παπαδάτου Ε., Παπαλάμπρου Β., Θεοδώρου Θ.*

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ – 2015), η Ευρώπη εμφανίζει τα μεγαλύτερα ποσοστά κατανάλωσης αλκοόλ και καπνού, δύο από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου πρόωρων θανάτων. Η μείωση χρήσης καπνού και αλκοόλ, που έχει σημειωθεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, δεν κρίνεται αρκετή από τον ΠΟΥ στο πλαίσιο των στόχων που θέτει, για μείωση των λεγομένων «χρόνιων ασθενειών» παγκοσμίως σε ποσοστό 30% έως το 2025. Τέλος, υπογραμμίζει τα οφέλη που μπορεί να έχει για την υγεία η έμφαση στη μείωση των παραγόντων κινδύνου αναφορικά με την υψηλή κατανάλωση αλκοόλ και καπνού, και τις επιβλαβείς διατροφικές συνήθειες (1).

Η τελευταία έκθεση του ΕΚΤΕΠΝ, για μια ακόμη χρονιά αναφέρει ότι «η πρόληψη των ουσιοεξαρτήσεων στην Ελλάδα υλοποιείται κυρίως από το πανελλαδικό δίκτυο των 75 Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας» (2). Τα Κέντρα Πρόληψης (ΚΠ) συμβάλλουν, μέσω βιωματικών δράσεων μακράς και βραχείας διάρκειας, στην ψυχική ενδυνάμωση και ευημερία των ανθρώπων, στη βελτίωση των σχέσεών τους, στη δημιουργία ομάδων και δικτύων ως πυρήνων κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης. Σε αυτή τη συνθήκη «κοινωνικής στήριξης» (social support) οι συναισθηματικές εντάσεις μειώνονται ή αποφορτίζονται, το άγχος αντιμετωπίζεται αποτελεσματικότερα και οι ψυχοσωματικές επιπτώσεις του μειώνονται (3).

Τα ΚΠ εδώ και χρόνια, πραγματοποιώντας προγράμματα προαγωγής της υγείας στην Ελλάδα, συντελούν ούτως ή άλλως στην επίτευξη των στόχων που θέτει ο ΠΟΥ, από τη σκοπιά της ιδιαίτερης προσέγγισής τους στην κοινότητα που έχει μια ακόμη ενδιαφέρουσα πτυχή: την εστίαση στην αλλαγή αντιλήψεων, στάσεων και συμπεριφορών ώστε να ενεργοποιούνται τα μέλη της κοινότητας και, συνεργαζόμενα, να αντιμετωπίζουν τα ίδια τα ζητήματα της καθημερινότητάς τους. Έργο ιδιαίτερα υψηλών απαιτήσεων, που σχεδιάζεται, υλοποιείται και αξιολογείται μέσα σε ένα αντίξοο γενικό πλαίσιο και ένα αντίξοο ειδικό θεσμικό καθεστώς λειτουργίας των δομών.

Υπό προϋποθέσεις, που αφορούν τη θεσμική ολοκλήρωσή τους, τα ΚΠ θα μπορούσαν να συνεισφέρουν πιο συγκροτημένα και αποτελεσματικά στο πλαίσιο μιας καλά οργανωμένης, στοχευμένης δικτύωσης νοσοκομείων, κέντρων υγείας, δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), δομών ψυχικής υγείας, δομών αντιμετώπισης της εξάρτησης κ.ο.κ. και διασύνδεσής τους με τη σχολική κοινότητα (εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς) (4).

Η δικτύωση αυτή δεν μεταφράζεται σε κάποιο είδος ένταξης των ΚΠ στο σύστημα ΠΦΥ, αλλά σε μια σαφώς προσδιορισμένη (με πρωτόκολλα κ.λπ.) συνεργασία και διασύνδεση με αυτό. Οι έννοιες της συνεργασίας και της διασύνδεσης (οφείλουν να) παραπέμπουν σε μια κατανόηση σύγχρονων φαινομένων και προσεγγίσεων σύμφωνα με την οποία τα συστήματα υγείας είναι πιο αποτελεσματικά εφ’ όσον διατηρείται η αυτοτέλεια κάθε φορέα, κάθε προσέγγισης, εμπειρίας και κουλτούρας. Μέσω μιας τέτοιας συνθετότητας και πολυφωνίας, στον αντίποδα δυσκίνητων και απρόσωπων συγκεντρωτικών σχημάτων, οι δυνατότητες καλύτερης προσφοράς στην κοινότητα και τον άνθρωπο πολλαπλασιάζονται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο Νόστιμον Ήμαρ

_